Δελτίο Τύπου 991 Αθήνα, 30/6/2025
Επιστημονικό συνεργείο του ΠΑΚΟΕ πραγματοποίησε δειγματοληψίες σε 27 δείγματα εμφιαλωμένων νερών, τα οποία αγοράζουμε από super markets και προέρχονται από διάφορες εταιρείες. Από τον συνημμένο πίνακα διαπιστώνεται ότι οι συγκεντρώσεις του εξασθενούς χρωμίου σε μερικά δείγματα ξεπερνούν κατά πολύ το όριο των 5 mg/lt που έχει υιοθετήσει ο Π.Ο.Υ. (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας).
Γι’ αυτό, οι καταναλωτές πρέπει να είναι προσεκτικοί, αφενός στην αποθήκευση των προϊόντων αυτών και αφετέρου στις αυξημένες τιμές εξασθενούς χρωμίου, επειδή – όπως αναφέρεται στο κείμενο του πίνακα – η ουσία αυτή είναι καρκινογόνος.
ΤΟ ΧΡΏΜΙΟ VI
Η αυξημένη ρύπανση από χρώμιο, τόσο στο νερό όσο και στον αέρα, κατά τις διαδικασίες παραγωγής έχει γίνει πλέον μείζον θέμα στους περιβαλλοντικούς τομείς. Ως τόσο, η χημική συμπεριφορά και η βιολογική δράση των δύο διαφορετικών μορφών χρωμίου είναι εντελώς διαφορετική.
Το χρώμιο ( Cr) υπάρχει φυσικά στο φλοιό της γης, και στο περιβάλλον με τις δύο πιο συνηθισμένες του οξειδωτικές καταστάσεις, ως τρισθενές [Cr(III)] και ως εξασθενές [Cr(VI)] χρώμιο, ενώ πιο σπάνια θα βρεθεί ως μεταλλικό, στοιχειακό χρώμιο [Cr(0)].
Το μεταλλικό χρώμιο, χρησιμοποιείται στη μεταλλουργία κυρίως για την παρασκευή του ανοξείδωτου χάλυβα, αλλά και κραμάτων σιδήρου, αργιλίου κλπ.
Ως στοιχείο το ολικό χρώμιο ( Cr) υπάρχει φυσικά στο πόσιμο νερό σε συγκεντρώσεις συνήθως της τάξης του 5 μg/L και η πρόσληψή του σε αυτή την ποσότητα δρα ευεργετικά παρεμποδίζοντας την εμφάνιση ήπιου διαβήτη, αρτηριοσκλήρωσης και καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ η έλλειψή του σχετίζεται με καθυστέρηση της ανάπτυξης, αλλοίωση του κερατοειδούς και ελλιπή ενεργοποίηση της ινσουλίνης.
Μια ένωση του χρωμίου που συναντάται συχνά στη φύση είναι το τρισθενές χρώμιο Cr(III) το οποίο φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της γλυκόζης, στην κυκλοφορία του αίματος και αποτελεί ένα διατροφικό ιχνοστοιχείο που ενεργοποιεί την ινσουλίνη.
Το εξασθενές χρώμιο Cr(VI), είναι μια τοξική μορφή χρωμίου που δεν υπάρχει στη φύση ελεύθερο παρά μόνο σε κάποια σπάνια ορυκτά (όπως π.χ. ο κροκοΐτης, σε ορυκτά σερπαντίνη που βρίσκονται στο Λουτράκι), και είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων δραστηριοτήτων.
Συχνότερα δημιουργείται κατά τις βιομηχανικές και κατασκευαστικές διαδικασίες. Εντοπίζεται κυρίως στον ανοξείδωτο χάλυβα, το φινίρισμα μετάλλων, στην επιχρωμίωση, στα χρώματα ψεκασμού και στα προϊόντα συντήρησης του ξύλου.
Το εξασθενές χρώμιο μπορεί να εισέλθει στο νερό από φυσικά κοιτάσματα χρωμίου, όμως η σημαντικότερη πηγή μόλυνσης του νερού είναι από βιομηχανικά απόβλητα. Τέτοια παραδείγματα πηγών μόλυνσης αποτελούν τα λύματα από συστήματα ψύξης, οι χαλυβουργίες, οι βιομηχανίες βυρσοδεψίας και οι βιομηχανίες παραγωγής χρωμάτων και τσιμέντων, οι οποίες απορρίπτουν τα λύματα τους χωρίς επεξεργασία.
Αυτή η μορφή χρωμίου (Cr(VI)) βρίσκεται φυσικά στο νερό και είναι αρκετά τοξικό και ευκίνητο, αλλά μετατρέπεται εύκολα στο μη τοξικό Cr(III) από τις οργανικές ουσίες του νερού, όμως τα μεγάλα επίπεδα συγκεντρώσεων Cr(VI) που μαρτυρούν ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα (η οποία μπορεί να είναι φυσική ή ανθρωπογενής) είναι τοξικά και επικίνδηνα για την ανθρώπηνη υγεία.
Μελέτες έδειξαν, ότι το Cr (VI) έχει τοξικές και καρκινογόνες επιδράσεις λόγω του ισχυρού οξειδωτικού του δυναμικού και την εύκολη διείσδυση του στις κυτταρικές μεμβράνες διαφθείροντας τις πρωτεΐνες και το DNA του κυττάρου.
H πρόσληψη υπερβολικών ποσοτήτων Cr(VI) μέσω του νερού μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο συκώτι και τους πνεύμονες, ενώ θεωρείται και πιθανή καρκινογόνος ουσία που προσβάλει την πεπτική χώρα.
Όσο πιο μακροχρόνια είναι η έκθεση, τόσο πιο επικίνδυνα γίνονται τα συμπτώματα. Πολλές φορές απο έναν απλό ερεθισμό του αναπνευστικού συστήματος, της μύτης και του δέρματος μπορεί τελικά να οδηγηθούμε σε σοβαρότερες βλάβες και ασθένειες όπως ο καρκίνος στις περιοχές αυτές.
Το Cr (VI) έχει αναγνωριστεί ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (με όριο τα 5μg/L), όμως οι περισσότερες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, εξακολουθούν να μην διαθέτουν ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο για το πόσιμο νερό.
Ως αποτέλεσμα, η έλλειψη τέτοιου ορίου δημιουργεί ελλιπή έλεγχο του νερού που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, θέτοντας σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και παραπλανώντας τους καταναλωτές ως προς την ασφάλεια του νερού που χρησιμοποιούν.















