ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Ελλείψεις στα μέτρα υγιεινής και προϊόντα με αλλοιωμένες σφραγίδες

Αυτοψία στη Βαρβάκειο Αγορά της Αθήνας πραγματοποίησε το ΠΑΚΟΕ μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, επιχειρώντας να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι εάν τηρούνται οι βασικοί κανόνες υγιεινής εν μέσω της πανδημίας, καθώς και εάν εφαρμόζεται η σχετική νομοθεσία που αφορά την πώληση κρεάτων και ψαριών.

Η πρωταρχική διαπίστωση ήταν πως και οι δύο επιμέρους αγορές (ιχθυαγορά και κρεαταγορά) παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα σε θέματα υγιεινής. Από τη μια η ιχθυαγορά, γεμάτη κόσμο και προϊόντα, αλλά και με ορισμένα σημεία βρομιάς που δημιουργούσαν πιθανές εστίες μόλυνσης για τους εργαζόμενους και τους καταναλωτές. Κι από την άλλη η κρεαταγορά, με προϊόντα κρεμασμένα και εκτεθειμένα, αλλά και αρκετά χωρίς ευδιάκριτες σφραγίδες που δημιουργούσαν εύλογα ερωτήματα για την προέλευση των κρεάτων αυτών, εν όψει μάλιστα και του Πάσχα.

Και ενδιαμέσως ο καταναλωτής, που πιστεύει πως πρέπει να τηρούνται οι κανόνες υγιεινής, ωστόσο εξακολουθεί να επισκέπτεται την κεντρική αγορά της Αθήνας για λόγους ποικιλίας προϊόντων και –κυρίως– χαμηλών τιμών.

Ειδικότερα, στην ιχθυαγορά οι έμποροι υποστήριξαν πως η ποιότητα και η προέλευση των ψαριών ελέγχεται κάθε μέρα από το Υπουργείο Εμπορίου, Υπουργείο Ανάπτυξης και τον ΕΦΕΤ. Οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν με ακρίβεια το ποσοστό των εισαγόμενων ψαριών, με άλλους να το προσδιορίζουν στο 20% κι άλλους να το ανεβάζουν στο 60%.

Παράλληλα, έκαναν λόγο για ελάχιστο κέρδος (από 10% έως 30%), με σκληρές συνθήκες εργασίας. Όπως ανέφεραν, το ωράριό τους κυμαίνεται από  8 έως 12 ώρες, με το μεροκάματο να μην αντιστοιχεί στις ώρες εργασίας. «Όποιος έχει επιχείρηση δεν κοιμάται αλλά δουλεύει μόνο για την πληρωμή των λογαριασμών», ανέφεραν μεταξύ άλλων.

Όσο για την απολύμανση του χώρου, οι περισσότεροι ανέφεραν πως γίνεται συστηματικά και καθημερινά από τον Δήμο Αθηναίων.

Από την πλευρά τους, οι καταναλωτές εξέφρασαν μέτρια ικανοποίηση για την ποιότητα και τις τιμές που υπάρχουν στην αγορά. Αν και οι περισσότεροι δήλωσαν πως η ιχθυαγορά προσφέρει ποικιλία και διαφορά στην τιμή –και για τους λόγους αυτούς πηγαίνουν στη Βαρβάκειο κι όχι στον ψαρά της γειτονιάς τους– εντούτοις ορισμένοι εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για τις τιμές που συνόδευαν τα προϊόντα.

Παράλληλα, οι περισσότεροι υποστήριξαν πως ξέρουν πώς να αναγνωρίσουν ένα φρέσκο ψάρι, σημειώνοντας πως κοιτούν το κεφάλι, τα μάτια, την ελαστικότητα και τα βράγχια. «Αν το κεφάλι έχει αίμα δεν είναι φρέσκο και μπορεί να έχει σκόνη η οποία βρομάει άσχημα», ανέφερε ένας καταναλωτής.

Εν μέσω πανδημίας, τα ψάρια που προτιμούν οι καταναλωτές είναι τα μικρά (σαρδέλα, γαύρος, μαρίδα κ.ά.). Αντίθετα, αποφεύγουν τα κατεψυγμένα ψάρια όπως μπακαλιάρο, σουπιές, γαρίδες επειδή –όπως είπαν– ο φόβος κυριαρχεί.

Η εικόνα στην κρεαταγορά

Χωρίς πολύ κόσμο λόγω της χρονικής συγκυρίας (Μεγάλη Εβδομάδα), η κρεαταγορά ετοιμαζόταν για το Πάσχα. Σύμφωνα με τους εμπόρους, τα αμνοερίφια ήταν όλα ελληνικά, καθώς –όπως σημείωσαν– δεν υπάρχει η δυνατότητα εισαγωγής κρεάτων λόγω της πανδημίας. Ωστόσο, πολλές σφραγίδες δεν ήταν ευδιάκριτες και φαίνονταν αλλοιωμένες, κάτι που διαπίστωσαν και οι καταναλωτές, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσουν την προέλευση του κρέατος.

Επίσης, οι έμποροι ανέφεραν πως η αγορά «είναι απίστευτα πεσμένη», σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως «δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο». Όσο για τις τιμές, δήλωναν πως είναι στα ίδια με τα περσινά επίπεδα, με τους καταναλωτές να συμφωνούν σε αυτό.

Αν και τα κρέατα ήταν κρεμασμένα και εκτός ψυγείου, οι έμποροι υποστήριξαν πως «στην πραγματικότητα δεν είναι εκτεθειμένα», ισχυριζόμενοι πως υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες συντήρησής τους ώστε να μην πραγματοποιηθεί αλλοίωση. «Κάποια είναι κατεψυγμένα, ενώ το κατσικάκι συντηρείται έως και 8 ώρες εκτός ψυγείου», είπαν μεταξύ άλλων.

Για το παραπάνω, πάντως, εξέφρασαν την αντίθεσή τους οι καταναλωτές, λέγοντας πως δεν είναι σωστό να είναι εκτεθειμένα τα κρέατα με αυτόν τον τρόπο. όπως ανέφεραν, τα προϊόντα δεν πρέπει να είναι στον ήλιο επειδή μπορούν να αλλοιωθούν και να χαλάσει η γεύση τους, ενώ κυρίως ελλοχεύει ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. «Πρέπει να τηρούνται οι κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας για κάθε προϊόν ξεχωριστά», δήλωναν κάποιοι από αυτούς, χαρακτηρίζοντας την μέτρια ικανοποίησή τους για την εικόνα υγιεινής που επικρατεί στην αγορά.

Τέλος, οι έμποροι υποστήριξαν πως όλοι οι ξένοι που εργάζονται σε αυτούς, διαθέτουν βιβλιάριο υγείας, διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να δουλέψουν. «Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται η δημόσια υγεία ανάμεσα στους εργαζόμενους και κατ’ επέκταση των καταναλωτών», πρόσθεταν.

Σημειώνεται τέλος πως έξω από την κεντρική αγορά της Αθήνας υπήρχαν αστυνομικοί, οι οποίοι επενέβαιναν όπου χρειαζόταν, για την αποφυγή του συνωστισμού.